Αρχική·Αναζήτηση·MIFLONIDE® BREEZHALER
Ασφάλεια με μια ματιά
Χάρτης Πληθυσμών →Ποιότητα τεκμηρίωσης
90
/100 · Επίσημο έγγραφο
Χρήση · PIL 1. Τι είναι το MIFLONIDE® BREEZHALER και ποια είναι η χρήση του
Το <MIFLONIDE® BREEZHALER> είναι ένα εισπνεόμενο φάρμακο που περιέχει τη δραστική ουσία που ονομάζεται βουδεσονίδη. Αυτή ανήκει στην κατηγορία των φαρμάκων που ονομάζονται κορτικοστεροειδή (τύπος κορτιζόνης), τα οποία χρησιμοποιούνται για την ελάττωση και πρόλ...
Προειδοποίηση · PIL 2. Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν πάρετε το MIFLONIDE® BREEZHALER
Μην χρησιμοποιήσετε το Miflonide Βreezhaler - Σε περίπτωση αλλεργίας στη βουδεσονίδη ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα συστατικά αυτού του φαρμάκου (αναφέρονται στην παράγραφο 6)....
Ανεπιθύμητες · PIL 4. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες
Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους....
| Μορφή / Ισχύς | Τιμή λιανικής |
|---|---|
INHPD.CAP 200MCG/CAP | — |
INHPD.CAP 200MCG/CAP | — |
INHPD.CAP 400MCG/CAP | — |
Το χαρτάκι μέσα στο κουτί — ναι, αυτό που πετάτε αμέσως.
Το <MIFLONIDE® BREEZHALER> είναι ένα εισπνεόμενο φάρμακο που περιέχει τη δραστική ουσία που ονομάζεται βουδεσονίδη. Αυτή ανήκει στην κατηγορία των φαρμάκων που ονομάζονται κορτικοστεροειδή (τύπος κορτιζόνης), τα οποία χρησιμοποιούνται για την ελάττωση και πρόληψη της φλεγμονής και του οιδήματος στους πνεύμονες. Το άσθμα ή η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια προκαλείται από φλεγμονή των βρόγχων στους πνεύμονες. Το <MIFLONIDE® BREEZHALER> μειώνει και προλαμβάνει αυτή τη φλεγμονή. Όταν εισπνέετε μέσω του επιστομίου της συσκευής, το φάρμακο φτάνει με την εισπνοή στους πνεύμονες. Το <MIFLONIDE® BREEZHALER> ενδείκνυται σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα. Επίσης, το <MIFLONIDE® BREEZHALER> ενδείκνυται σε ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονoπάθεια (ΧΑΠ). 42 ).
Το επιστημονικό έγγραφο για γιατρούς και φαρμακοποιούς — συνήθως ακόμη πιο πυκνό από το ΦΟΧ.
Miflonide Breezhaler 200 μικρογραμμάρια κόνις για εισπνοή, σκληρά καψάκια Miflonide Breezhaler 400 μικρογραμμάρια κόνις για εισπνοή, σκληρά καψάκια • 2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ Κάθε καψάκιο 200 μικρογραμμαρίων περιέχει 230 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης και παρέχει 200 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης από το στόμιο της συσκευής όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη (συσκευή εισπνοής που ονομάζεται) Miflonide Breezhaler. Κάθε καψάκιο 400 μικρογραμμαρίων περιέχει 460 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης και παρέχει 400 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης από το στόμιο της συσκευής όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη (συσκευή εισπνοής που ονομάζεται) Miflonide Breezhaler. Έκδοχο με γνωστή δράση: Τα καψάκια 200 μικρογραμμαρίων περιέχουν 24,77 mg λακτόζης μονοϋδρικής. Tα καψάκια 400 μικρογραμμαρίων περιέχουν 24,54 mg λακτόζης μονοϋδρικής. Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1. • 3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ Κόνις για εισπνοή, σκληρό καψάκιο. Το καψάκιο των 200 μικρογραμμαρίων έχει κάλυμμα αδιαφανές χρώματος ανοιχτού ροζ και ένα άχρωμο διαφανές σώμα, με τυπωμένο το λογότυπο/BUDE 200. Το καψάκιο των 400 μικρογραμμαρίων έχει κάλυμμα αδιαφανές χρώματος ροζ και ένα άχρωμο διαφανές σώμα, με τυπωμένο το λογότυπο/BUDE 400. • 4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ • •
αντιφλεγμονώδη έλεγχο του επίμονου άσθματος συμπεριλαμβανομένης της προφύλαξης των οξέων εξάρσεων του άσθματος. • •
αποτελεσματική δόση που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων του άσθματος. Η χαμηλότερη δόση σε ένα καψάκιο είναι 200 μικρογραμμάρια. Εάν απαιτείται δόση μικρότερη των 200 μικρογραμμαρίων, το προϊόν αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Το Miflonide Breezhaler αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών (βλ. παράγραφο 4.3). Ενήλικες: Η θεραπεία σε ενήλικες με ήπιο άσθμα μπορεί να ξεκινήσει με τη μικρότερη αποτελεσματική δόση των 200 μικρογραμμαρίων μία φορά την ημέρα. Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 – 1.600 μικρογραμμάρια διαιρεμένη σε δύο δόσεις. Η δόση συντήρησης πρέπει να ρυθμίζεται στη χαμηλότερη δόση για τη διατήρηση αποτελεσματικού ελέγχου του άσθματος. Ειδικοί πληθυσμοί Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6 ετών και άνω): Λόγω της απουσίας κλινικής εμπειρίας σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών, το Miflonide Breezhaler δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτή την ηλικιακή ομάδα ασθενών. Η θεραπεία σε παιδιά ηλικίας 6 ετών και άνω με ήπιο άσθμα μπορεί να ξεκινήσει με μία δόση 200 μικρογραμμαρίων μία φορά την ημέρα. Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200-400 μικρογραμμάρια διηρημένη σε 2 δόσεις ημερησίως. Σε σοβαρές περιπτώσεις άσθματος μπορεί να χρειαστούν δόσεις μέχρι 800 μικρογραμμάρια την ημέρα, σε διηρημένες δόσεις. Η δόση συντήρησης θα πρέπει να ρυθμίζεται στην χαμηλότερη δόση κατά την οποία ο έλεγχος του άσθματος παραμένει αποτελεσματικός. Ασθενείς που λαμβάνουν από στόματος γλυκοκορτικοστεροειδή Το Miflonide Breezhaler μπορεί να επιτρέψει την αντικατάσταση ή τη σημαντική μείωση στη δοσολογία των από στόματος λαμβανόμενων γλυκοκορτικοστεροειδών, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο του άσθματος. Κατά την αλλαγή της θεραπείας από στεροειδή που λαμβάνονται από στόματος σε Miflonide Breezhaler, ο ασθενής θα πρέπει να βρίσκεται σε σχετικά σταθερή φάση. Μία υψηλή δόση βουδεσονίδης θα πρέπει να δοθεί σε συνδυασμό με το προηγούμενο από στόματος χορηγούμενο στεροειδές για περίπου 10 ημέρες. Μετά από αυτό, η από στόματος δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά (για παράδειγμα κατά 2,5 mg πρεδνιζολόνης ή το ισοδύναμο κάθε μήνα) στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι δυνατόν να υποκατασταθεί πλήρως το από στόματος στεροειδές με Miflonide Breezhaler. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την απόσυρση των κορτικοστεροειδών, βλ. παράγραφο 4.4. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση τα φαρμακοκινητικά δεδομένα με από στόματος βουδεσονίδη είναι μάλλον απίθανο η συστηματική έκθεση στο φάρμακο να μεταβληθεί σε κλινικά σημαντικό επίπεδο σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2). Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, δεδομένου ότι η βουδεσονίδη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού χρειάζεται προσοχή κατά τη χρήση του Miflonide Breezhaler σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είναι απίθανο να έχουν κλινικά σημαντική μεταβολή στην έκθεση στο φάρμακο με βάση τα φαρμακοκινητικά δεδομένα με από στόματος βουδεσονίδη (βλ. παράγραφο 5.2). Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών) Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών απαιτούν διαφορετική δοσολογία από αυτή που χρησιμοποιείται σε νεότερους ενήλικες ασθενείς. Χορήγηση Κατά την αλλαγή από μία συσκευή εισπνοής σε άλλη, η δοσολογία θα πρέπει να επαναρρυθμίζεται εξατομικευμένα. Συνιστάται να πλένεται καλά με άφθονο νερό το στόμα και ακολούθως να αποπτύεται το νερό της έκπλυσης, μετά από κάθε χορήγηση δόσης, προκειμένου να προληφθεί το βράγχος της φωνής, ο ερεθισμός του φάρυγγα και η λοίμωξη του στόματος και του φάρυγγα από κάντιντα και ίσως να μειωθεί ο κίνδυνος των συστηματικών επιδράσεων. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι τα καψάκια είναι μόνο για χρήση δια εισπνοής και δεν θα πρέπει να καταπίνονται (βλ. παράγραφο 4.4). Το περιεχόμενο του καψακίου λαμβάνεται με εισπνοή μέσω μιας συσκευής εισπνοής που ονομάζεται Μiflonide Breezhaler. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την ορθή χρήση του Miflonide Breezhaler σύμφωνα με τις οδηγίες για τον χρήστη ώστε να διασφαλιστεί ότι το φάρμακο φθάνει στις στοχευόμενες περιοχές των πνευμόνων. Για οδηγίες σχετικά με την χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6. • •
από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Ενεργός πνευμονική φυματίωση. • •
ενημερωθεί για την προφυλακτική φύση της θεραπείας με την εισπνεόμενη βουδεσονίδη, η οποία πρέπει να λαμβάνεται τακτικά καθημερινά για τον αποτελεσματικό έλεγχο του άσθματος ακόμη και όταν οι ασθενείς δεν έχουν συμπτώματα. Η βουδεσονίδη δεν ανακουφίζει από οξύ βρογχόσπασμο, ούτε είναι κατάλληλη για την κύρια αγωγή κατά της ασθματικής κατάστασης (status asthmaticus) ή άλλων oξέων ασθματικών επεισοδίων. Συνυπάρχουσες νοσηρότητες Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με συνυπάρχουσες διαταραχές όπως λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, και σε ασθενείς με μυκητιασικές ή ιογενείς λοιμώξεις των αεραγωγών. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται όταν παίρνουν Miflonide Breezhaler ως θεραπεία συντήρησης του άσθματος. Απαιτείται προσοχή κατά την αγωγή ασθενών, οι οποίοι πάσχουν από πνευμονικές παθήσεις όπως βρογχεκτασίες και πνευμονοκονίαση λόγω της πιθανότητας λοιμώξεων από μύκητες. Κρίσεις άσθματος Οι οξείες κρίσεις άσθματος μπορεί να χρειάζονται αύξηση της δόσης της βουδεσονίδης ή πρόσθετη αγωγή σύντομης διάρκειας με από στόματος κορτικοστεροειδή ή/και ένα αντιβιοτικό εάν υπάρχει λοίμωξη. Η βουδεσονίδη δεν προορίζεται για την ταχεία ανακούφιση των οξέων επεισοδίων άσθματος όπου απαιτείται ένα εισπνεόμενο βραχείας δράσης βρογχοδιασταλτικό. Παράδοξος βρογχόσπασμος Όπως και με άλλες εισπνεόμενες θεραπείες σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί παράδοξος βρογχόσπασμος με μια άμεση αύξηση του συριγμού μετά τη δόση. Εάν συμβεί αυτό, η θεραπεία με εισπνεόμενο Μiflonide θα πρέπει να διακοπεί αμέσως, ο ασθενής να αξιολογείται και να ακολουθείται εναλλακτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο. Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να επικοινωνούν με τον γιατρό τους σε περίπτωση που υπάρξει επιδείνωση του άσθματος (αύξηση της συχνότητας χρήσης του βραχείας δράσης εισπνεόμενου βρογχοδιασταλτικού ή επίμονα αναπνευστικά συμπτώματα). Η κατάσταση του ασθενούς πρέπει να επανεκτιμηθεί και πρέπει να εξετασθεί η ανάγκη για αύξηση της αντιφλεγμονώδους θεραπείας, όπως αύξηση της δόσης του εισπνεόμενου ή του από στόματος χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς. Συστηματικές επιδράσεις Συστηματικές επιδράσεις από εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή μπορεί να εμφανισθούν, ειδικά όταν συνταγογραφούνται σε υψηλές δοσολογίες για μακρό χρονικό διάστημα. Αυτές οι επιδράσεις είναι λιγότερο πιθανό να εμφανισθούν με την εισπνεόμενη θεραπεία σε σχέση με τα από στόματος κορτικοστεροειδή. Πιθανές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνουν υπερλειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων/σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης σε παιδιά και εφήβους, μία μείωση της οστικής πυκνότητας, καταρράκτη, γλαύκωμα και πιο σπάνια, μια σειρά από ψυχολογικές διαταραχές ή διαταραχές της συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένων ψυχοκινητικής υπερδραστηριότητας, διαταραχών του ύπνου, άγχους, κατάθλιψης ή επιθετικότητας (κυρίως στα παιδιά). Για αυτό το λόγο, η δοσολογία του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς είναι σημαντικό να ρυθμίζεται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση προκειμένου να ελεγχθεί το άσθμα. Η μειωμένη ηπατική λειτουργία επηρεάζει την απέκκριση των κορτικοστεροειδών, με αποτέλεσμα χαμηλότερο ποσοστό αποβολής και υψηλότερη συστηματική έκθεση. Να έχετε υπόψη ότι υπάρχει πιθανότητα για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Παρατεταμένη αγωγή με υψηλές δόσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, ειδικά με υψηλότερες από τη συνιστώμενη δόση, μπορεί να επιφέρει κλινικά σημαντική καταστολή των επινεφριδίων. Αυτοί οι ασθενείς όταν εκτεθούν σε σοβαρό άγχος μπορεί να εμφανίσουν σημεία και συμπτώματα ανεπάρκειας επινεφριδίων. Επιπρόσθετη κάλυψη με συστηματικά κορτικοστεροειδή πρέπει να εξετασθεί κατά τις περιόδους άγχους ή χειρουργικής επέμβασης. Η λειτουργία των επινεφριδίων πρέπει να παρακολουθείται τακτικά, καθώς η δόση του συστηματικού στεροειδούς μειώνεται όταν μεταφέρονται οι ασθενείς από συστηματικά κορτικοστεροειδή σε εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή και σε εκείνους τους ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις για μακρά χρονικά διαστήματα. Επίδραση στην ανάπτυξη Συνιστάται να παρακολουθείται τακτικά το ύψος των παιδιών που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστερεοειδή. Εάν σημειωθεί μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης, η θεραπεία πρέπει να επανεξετασθεί με σκοπό τη μείωση της δοσολογίας των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, εάν είναι δυνατόν, στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τον έλεγχο των συμπτωμάτων του άσθματος. Τα οφέλη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή και οι πιθανοί κίνδυνοι καταστολής της ανάπτυξης πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να εξετάζεται εάν θα παραπέμπεται ο ασθενής σε παιδίατρο εξειδικευμένο σε αναπνευστικά νοσήματα. Οι μακροχρόνιες επιδράσεις αυτής της μείωσης στην ταχύτητα ανάπτυξης που σχετίζεται με τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης της επίπτωσης στο τελικό ύψος του ενήλικα, δεν είναι γνωστές. Το δυναμικό της αναπλήρωσης του τελικού ύψους ανάπτυξης μετά τη διακοπή της αγωγής με τα από στόματος εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή δεν έχει πλήρως μελετηθεί. Ταυτόχρονες θεραπείες Η ταυτόχρονη θεραπεία με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη ή άλλους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. διάφορα αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς της HIV πρωτεάσης και μακρολιδικά αντιβιοτικά) θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή μπορεί να εμφανιστεί καντιντίαση του στόματος. Αυτή η μόλυνση μπορεί να απαιτεί θεραπεία με κατάλληλη αντιμυκητιασική αγωγή και σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας (βλ. επίσης παράγραφο 4.2). Οπτική διαταραχή Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών. Έκδοχα Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο. Ειδικές προφυλάξεις: Ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία με στεροειδή Το θεραπευτικό αποτέλεσμα συνήθως επιτυγχάνεται εντός 10 ημερών. Σε ασθενείς με υπερβολική έκκριση βλέννας στους βρόγχους, μπορεί να χορηγηθεί αρχικώς σύντομη (διάρκειας περίπου 2 εβδομάδων) πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή με κορτικοστεροειδή. Ασθενείς με εξάρτηση από στεροειδή Ο ασθενής θα πρέπει να βρίσκεται σε μία σχετικά σταθερή κατάσταση κατά την αλλαγής της θεραπείας από στεροειδή που λαμβάνονται από στόματος σε Miflonide Breezhaler. Υψηλή δόση βουδεσονίδης πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με το προηγουμένως χρησιμοποιούμενο από στόματος στεροειδές για 10 ημέρες περίπου. Μετά από το στάδιο αυτό, η από στόματος χορηγούμενη δόση πρέπει να μειωθεί βαθμιαία (π.χ. κατά 2,5 mg πρεδνιζολόνης ή ισοδύναμου για κάθε μήνα) μέχρι το ελάχιστο δυνατό επίπεδο. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι δυνατή η πλήρης αντικατάσταση των από στόματος χορηγούμενων στεροειδών με το Miflonide Βreezhaler. Κατά τη μετάβαση από αγωγή με από στόματος στεροειδή σε αγωγή με Miflonide Breezhaler, ένας αριθμός ασθενών θα παρατηρήσει μία γενική μείωση της επίδρασης των στεροειδών. Προγενέστερα αλλεργικά συμπτώματα, όπως ρινίτιδα και έκζεμα μπορεί να επαν εμφανιστούν, και οι ασθενείς μπορεί να υποφέρουν από λήθαργο, μυαλγίες ή αρθραλγίες και μερικές φορές ναυτία και έμετο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ίσως είναι απαραίτητη ενεργή ιατρική υποστήριξη που θα ενθαρρύνει τον ασθενή να συνεχίσει τη θεραπεία με Miflonide Βreezhaler και τη διακοπή των από του στόματος στεροειδών, εκτός εάν αυτό δεν είναι ιατρικώς τεκμηριωμένο. Οι αλλεργίες πρέπει να αντιμετωπίζονται με αντιϊσταμινικά ή/και με τοπική αγωγή, συμπεριλαμβανομένων τοπικών κορτικοστεροειδών. Προσωρινή αύξηση της δοσολογίας των από στόματος στεροειδών ίσως κριθεί απαραίτητη. Η αγωγή με συμπληρωματικά συστηματικά κορτικοστεροειδή ή με βουδεσονίδη δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους πρώτους λίγους μήνες μετά τη μετάβαση από τα συστηματικά κορτικοστεροειδή στην εισπνεόμενη βουδεσονίδη για να εξασφαλίζεται ότι η λειτουργικότητα του φλοιού των επινεφριδίων του ασθενούς είναι επαρκής για την αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων κρίσης όπως περίπτωση τραύματος, εγχείρησης ή σοβαρών λοιμώξεων. Λανθασμένος τρόπος χορήγησης φαρμάκου Έχουν αναφερθεί περιστατικά ασθενών που από λάθος κατάπιναν τα καψάκια Miflonide Breezhaler αντί να τα τοποθετήσουν στη συσκευή εισπνοής. Η πλειονότητα αυτών των περιστατικών δεν σχετίστηκε με ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να συμβουλεύουν τον ασθενή για τη σωστή χρήση του Miflonide Breezhaler (βλ. παράγραφο 4.2). Εάν σε κάποιον ασθενή που έχει συνταγογραφηθεί το Miflonide Breezhaler δεν υπάρχει βελτίωση στην αναπνοή, ο επαγγελματίας υγείας θα πρέπει να ρωτήσει τον ασθενή πως χρησιμοποιεί το Miflonide Breezhaler. • •
αναστολή του CYP3A4 Η συγχορήγηση με αναστολείς του CYP3A, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδών, ενώ σε αυτήν την περίπτωση οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή. Η κύρια οδός μεταβολισμού της βουδεσονίδης και επίσης η αιτία για το σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου καταλύεται μέσω του CYP3A4. Η συγχορήγηση γνωστών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, νελφιναβίρη, αμιωδαρόνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη και ερυθρομυκίνη) μπορεί να αυξήσει σημαντικά την συστηματική έκθεση στη βουδεσονίδη (βλ. παράγραφο 4.4). Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Εάν αυτό δεν είναι δυνατόν το χρονικό διάστημα μεταξύ των χορηγήσεων των αλληλεπιδρώντων φαρμάκων θα πρέπει να είναι όσο μεγαλύτερο γίνεται και να παρακολουθείται η λειτουργία του επινεφριδιακού φλοιού. Θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί η μείωση της δόσης της βουδεσονίδης. Τα περι ορισμένα στοιχεία σχετικά με αυτήν την αλληλεπίδραση για υψηλές δόσεις εισπνεόμενης βουδεσονίδης δείχνουν ότι σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων στο πλάσμα (κατά μέσο όρο τέσσερις φορές), μπορεί να προκύψουν εάν η ιτρακοναζόλη, 200 mg μία φορά την ημέρα, χορηγείται ταυτόχρονα με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (εφάπαξ δόση 1.000 μg). Παράγοντες που έχουν αποτέλεσμα την επαγωγή του CYP3A4 Η συγχορήγηση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη) αυξάνει το μεταβολισμό της βουδεσονίδης και μειώνει τη συστηματική έκθεση σ’ αυτήν (βλ. παράγραφο 5.2). Δεν είναι γνωστό εάν επηρεάζεται η πνευμονική έκθεση. Έχουν παρατηρηθεί αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και αυξημένη επίδραση των κορτικοστεροειδών σε γυναίκες υπό θεραπεία με οιστρογόνα και στεροειδή αντισυλληπτικά, αλλά καμία επίδραση δεν έχει παρατηρηθεί με την πρόσληψη βουδεσονίδης και ταυτόχρονη χαμηλή δόση συνδυασμένων αντισυλληπτικών από το στόμα. Επειδή η λειτουργία των επινεφριδίων μπορεί να κατασταλεί, ένα τεστ διέγερσης με ACTH για τη διάγνωση της ανεπάρκειας της υπόφυσης μπορεί να εμφανίσει ψευδή αποτελέσματα (μειωμένες τιμές). • •
γυναίκες. Τα περισσότερα αποτελέσματα από προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες και παγκόσμια δεδομένα μετά την κυκλοφορία δεν ήταν σε θέση να ανιχνεύσουν έναν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών για το έμβρυο και το νεογέννητο παιδί από τη χρήση εισπνεόμενης βουδεσονίδης κατά τη διάρκεια της κύησης. Είναι σημαντικό τόσο για το έμβρυο όσο και για τη μητέρα να διατηρήσουν μία επαρκή θεραπεία του άσθματος κατά τη διάρκεια της κύησης. Όπως και με άλλα φάρμακα τα οποία χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης, το όφελος της χορήγησης της βουδεσονίδης για τη μητέρα θα πρέπει να αξιολογείται έναντι των κινδύνων για το έμβρυο. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση βουδεσονίδης που απαιτείται για τη διατήρηση επαρκούς ελέγχου του άσθματος. Δεδομένα σε περίπου 2.000 εγκυμονούσες δεν καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο τερατογένεσης που να σχετίζεται με τη χρήση εισπνεόμενης βουδεσονίδης. Σε μελέτες σε ζώα τα γλυκοκορτικοειδή έχουν δείξει ότι προκαλούν δυσπλασίες (βλ. παράγραφο 5.3). Αυτό δεν είναι πιθανόν να έχει σχέση με τις συνιστώμενες εισπνεόμενες δόσεις στους ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα έχουν επίσης προσδιορίσει μια συσχέτιση μεταξύ υπερβολικών προγεννητικών δόσεων γλυκοκορτικοειδών και αυξημένο κίνδυνο για ενδομητρική επιβράδυνση στην ανάπτυξη, καρδιαγγειακή νόσο σε ενήλικες και μόνιμες αλλαγές στην πυκνότητα των υποδοχέων γλυκοκορτικοειδών, στην ανακύκλωση και στη συμπεριφορά των νευροδιαβιβαστών, σε εκθέσεις κάτω από το όριο της τερατογόνου δόσης.
Η βουδεσονίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, δεν αναμένονται επιπτώσεις στο παιδί που θηλάζει σε θεραπευτικές δόσεις της βουδεσονίδης. Η βουδεσονίδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Η θεραπεία συντήρησης με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (200 ή 400 μικρογραμμάρια δύο φορές ημερησίως) σε ασθματικές θηλάζουσες γυναίκες έχει ως αποτέλεσμα αμελητέα συστηματική έκθεση στη βουδεσονίδη στα βρέφη που θηλάζουν. Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής, η εκτιμώμενη ημερήσια δόση στα νεογνά ήταν 0,3% της ημερήσιας δόσης της μητέρας και για τα δύο δοσολογικά επίπεδα και η μέση συγκέντρωση πλάσματος στα βρέφη εκτιμάται ότι ήταν 1/600 των συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στο μητρικό πλάσμα, υποθέτοντας πλήρη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα στα βρέφη. Οι συγκεντρώσεις της βουδεσονίδης σε δείγματα πλάσματος βρεφών ήταν όλες κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης. Με βάση τα δεδομένα από την εισπνεόμενη βουδεσονίδη και το γεγονός ότι η βουδεσονίδη εμφανίζει γραμμικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες εντός του θεραπευτικού μεσοδιαστήματος δόσεων μετά από ρινική χορήγηση, χορήγηση δια εισπνοής, από στόματος και από το ορθό χορήγηση, σε θεραπευτικές δόσεις της βουδεσονίδης, αναμένεται η έκθεση στο παιδί που θηλάζει να είναι χαμηλή. • Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση της βουδεσονίδης και την επίδρασή της στη γονιμότητα των ανθρώπων. Σε αρουραίους, υποδορίως χορηγούμενη βουδεσονίδη δεν είχε δυσμενή επίδραση στη γονιμότητα. Δεν υπάρχει ειδική σύσταση για γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.