| Μορφή / Ισχύς | Τιμή λιανικής |
|---|---|
TAB 2MG/TAB | — |
Το χαρτάκι μέσα στο κουτί — ναι, αυτό που πετάτε αμέσως.
Το STERDAX περιέχει τη δραστική ουσία δεξαμεθαζόνη. Η δεξαμεθαζόνη ανήκει σε μια ομάδα φαρμάκων που ονομάζονται στεροειδή (το πλήρες όνομα είναι κορτικοστεροειδή). Τα κορτικοστεροειδή παράγονται φυσιολογικά από τον ίδιο τον οργανισμό και βοηθούν στη διατήρηση της υγείας και της ευεξίας. Η ενίσχυση του οργανισμού σας με επιπλέον ποσότητα κορτικοστεροειδών (όπως δεξαμεθαζόνη), είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών που συνεπάγονται φλεγμονή στο σώμα. Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα συνθετικό γλυκοκορτικοστεροειδές (ορμόνη του φλοιού των επινεφριδίων). Το STERDAX μειώνει τη φλεγμονή, που θα μπορούσε ειδάλλως να συνεχιστεί επιδεινώνοντας την κατάστασή σας. Πρέπει να λαμβάνετε αυτό το φάρμακο τακτικά ώστε να έχετε το μέγιστο όφελος από αυτό. Το STERDAX χρησιμοποιείται για ένα από τα ακόλουθα:
Το επιστημονικό έγγραφο για γιατρούς και φαρμακοποιούς — συνήθως ακόμη πιο πυκνό από το ΦΟΧ.
Η δεξα μεθαζόνη είναι κορτικοστεροειδές. Προορίζεται για χρήση σε μερικές ενδοκρινολογικές και μη ενδοκρινολογικές διαταραχές, σε μερικές περιπτώ σεις εγκεφαλικού οιδ ήματος και για το διαγνωστικό έλεγχο υπερ λειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων. Τα STERDAX 0.5 mg και 2 mg δισκία ενδείκνυνται για τη θεραπεία της νόσου από SARS-CoV-2 (COVID-19) σε εν ήλικες και εφ ήβους ασθενείς (ηλικίας 12 ετών και μεγαλύτερους με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg) που νοσηλεύονται στο νοσοκο μείο και χρειάζονται συμπληρωματικ ή θεραπεία με οξυγόνο. Η χορήγηση του STERDAX δεν ενδείκνυται σε μη νοσηλευό μενους ασθενείς με COVID-19, καθώς και σε ασθενείς με διάρκεια συμπτωματικ ής νόσου μικρότερης των 7 η μερών. Ενδοκρινολογικές διαταραχές: Εξώφθαλμος ενδοκρινούς προέλευσης. Διαγνωστικοί σκοποί: Χρησιμοποιούνται τα νεώτερα συνθετικά παράγωγα (δεξα μεθαζόνη). Η δοκιμασία αναστολής με μικρές δόσεις δεξα μεθαζόνης είναι χρ ήσιμη για τη διάγνωση του συνδρόμου Cushing και τη διευκρίνιση του υποστρώματος. Μη ενδοκρινολογικές διαταραχές: Η δεξα μεθαζόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία μη ενδοκρινολογικών καταστά σεων με απόκριση στα κορτικοστεροειδ ή μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: Αλλεργία και α ναφυλαξία: Α ναφυλαξία. Αρτηρίτιδα, κολλαγόνωση: Ρευματικ ή πολυμυαλγία, οζώδης πολυαρτηρίτιδα. Αιματολογικές διαταραχές: Αιμολυτικ ή α ναιμία (επίσης αυτοάνοση), λευχαιμία, μυέλωμα, ιδιοπαθ ής θρομβοπενικ ή πορφύρα σε εν ήλικες, δικτυολεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές (βλ. επίσης στην ενότητα ογκολογικές διαταραχές). Διαταραχές του γαστρεντερικού συστ ήματος: Για θεραπεία κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης στα εξ ής: ελκώδης κολίτιδα (ορθικού τύπου μόνο), περιοχικ ή εντερίτιδα (νόσος του Crohn), μερικές μορφές ηπατίτιδας. Μυϊκές διαταραχές: Πολυμυοσίτιδα. Νευρολογικές διαταραχές: Αυξημένη ενδοκρανιακ ή πίεση δευτεροπαθ ής σε εγκεφαλικούς όγκους, οξείες εξάρ σεις της σκλ ήρυνσης κατά πλάκας. Οφθαλμολογικές διαταραχές: Πρόσθια και οπίσθια ραγοειδίτιδα, οπτικ ή νευρίτιδα, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα, κροταφικ ή αρτηριίτιδα, κογχικός ψευδοόγκος. Νεφρικές διαταραχές: Νεφρωσικό σύνδρομο. Πνευμονικές διαταραχές: Χρόνιο βρογχικό άσθμα, πνευμονίτιδα λόγω α ναρρόφησης, χρόνια αποφρακτικ ή πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), σαρκοείδωση, αλλεργικ ή πνευμονοπάθεια όπως πνεύμο νας του γεωργού και του εκτροφέα περιστεριών, σύνδρομο Löffler, κρυπτογεν ής σκληρυντικ ή κυψελίτιδα. Ρευματικές διαταραχές: Μερικές περιπτώ σεις ή ειδικές μορφές (σύνδρομο Felty, σύνδρομο Sjögren) ρευματοειδούς αρθρίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της νεανικ ής ρευματοειδούς αρθρίτιδας, οξύς ρευματισμός, διάχυτος ερυθηματώδης λύκος, κροταφικ ή αρτηρίτιδα (ρευματικ ή πολυμυαλγία). Δερματικές διαταραχές: Κοιν ή πέμφιγα, πομφολυγώδης πέμφιγα, ερυθροδερμίες, σοβαρές μορφές πολύμορφου ερυθ ήματος (σύνδρομο Stevens-Johnson), σπογγοειδ ής μύκωση, πομφολυγώδης ερπητοειδ ής δερματίτιδα. Λοιμώξεις: Φυματιώδης μηνιγγίτιδα με υψηλ ή τιμ ή λευκώματος στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, σηπτικό shock από αρνητικά κατά Gram βακτηρίδια. Ογκολογικές διαταραχές: Λεμφικ ή λευχαιμία, ιδιαίτερα οξείας μορφ ής, κακόηθες λέμφωμα (νόσος Hodgkin, Non-Hodgkin λέμφωμα), καρκίνος του μαστού από μετάσταση, υπερασβεστιαιμία ως αποτέλεσμα οστικ ής μετάστασης ή της νόσου του Kahler. Διάφορα: Έντονες αλλεργικές αντιδρά σεις, ως ανοσοκατασταλτικό σε μεταμόσχευση οργάνων, ως επικουρικό μέσο στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέ του και στη θεραπεία του καρκίνου με ογκολυτικά που έχουν σοβαρ ή ε μετικ ή δράση.